διαγωνισμός ()

rzeczownik, rodzaj męski (1.1) konkurs, rywalizacja (1.2) egzamin konkursowy, konkurs, egzamin pisemny

(1.1-2) M17

(1.1) Η Ελβετία είναι η φετινή νηκίτρια του διαγωνισμού της Ευρωβίσιον. → Szwajcaria jest tegoroczną zwyciężczynią konkursu Eurowizji.

(1.1) διαγωνισμός ομορφιάς → konkurs piękności

(1.1) καλλιστεία, αγώνας (1.2) τεστ, εξέταση, διαγώνισμα

διαγώνισμα , διαγωνισμοί διαγωνίζομαι