βρόμικος () vrómikos

przymiotnik (1.1) (o rzeczach) brudny, poplamiony, zanieczyszczony (1.2) (o osobach) brudny, niechlujny, niedomyty (1.3) (o żywności) zepsuty, nadpsuty, nieświeży, cuchnący, śmierdzący (1.4) brudny, nieuczciwy, nieprzyzwoity, ohydny, śmierdzący

(1) P5

(1.1) Αυτά τα πουκάμισα είναι καθαρά ή βρόμικα; → Te koszule są czyste czy brudne?

(1.4) βρόμικο χρήμα/βρόμικα λεφτά → brudne pieniądze • βρόμικη δουλειά → śmierdzący interes

(1.1) βρομερός, ακάθαρτος, ρυπαρός, ρυπώδης, λερωμένος, άπλυτος (1.2) βρομερός, άπλυτος, άλουστος (1.3) χαλασμένος, δυσώδης, δύσσοσμος (1.4) ανήθικος, αισχρός, φαύλος, αχρείος, απαίσιος

(1.1) καθαρός, καθάριος, άρρυπος (1.2) λουσμένος (1.3) ευώδης (1.4) καθαρός, τίμιος

βρόμα , βρομιά , βρόμισμα βρομερός, βρομιάρης, βρομιάρικος, βρόμιος, βρομύλος βρομερά βρομάω, βρομώ, βρομίζω, βρομίζομαι βρομο-, βρομό-, βρομ-