καταφύγιο ()
rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) schronisko, schronienie, schron (budynek, w którym można schronić się) (1.2) schronisko (dla zwierząt)
(1.1-2) καταφύγιο, καταφυγίου / καταφύγιου, καταφύγιο, καταφύγιο; καταφύγια, καταφυγίων / καταφύγιων, καταφύγια, καταφύγια
(1.1) Έχουμε δώσει καταφύγιο για τους φτωχούς → Daliśmy schronienie biednym. (1.2) Πήρα το σκυλί από το καταφύγιο. → Wziąłem/wzięłam psa ze schroniska.